Απόσπασμα από τον Ερωτόκριτο ερμηνεύει ο Γιάννης Χαρούλης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014
Ερωτόκριτος αποσπάσματα
1 Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που
ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη, 5
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ' μιά Κόρη κ' έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. 10
[…]
- Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα, 61
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη, 65
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
[…]
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη, 5
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ' μιά Κόρη κ' έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. 10
[…]
- Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα, 61
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη, 65
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
[…]
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε
γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση. 80
- Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' Άστρη εγεννήσαν,
μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.-
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση. 80
- Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' Άστρη εγεννήσαν,
μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.-
"Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
ο Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;
[…]
Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου'δωκε ν' ανιμένω,
κι απόκει να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω. 1360
Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;
[…]
Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει, 1365
Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.
Kι ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.
"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο,
και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω. 1370
Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,
ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε,
τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι."
[… ] 1380
Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν, που'βρες στ' αρμάρι μέσα,
και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',
και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα, 1385
που μ' εξορίσανε για σε πολλά μακρά στα ξένα.
Kι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε,
και τα τραγούδια που'βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε,
[….]
Mα όπου κι
αν πάγω, όπου βρεθώ, και τον καιρόν που
ζήσω, 1395
τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν' αναντρανίσω.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,
μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μο]
Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,
για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.
τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν' αναντρανίσω.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,
μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μο]
Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,
για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.
BITΣENTZOΣ
είν' ο Ποιητής, και στη Γενιάν
KOPNAPOΣ, 1535
που να βρεθεί ακριμάτιστος, σα θα τον πάρει ο Xάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ήκαμε κ' εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Kάστρον επαντρεύθηκε, σαν αρμηνεύγει η Φύση,
το τέλος του έχει να γενεί, όπου ο Θεός ορίσει.
που να βρεθεί ακριμάτιστος, σα θα τον πάρει ο Xάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ήκαμε κ' εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Kάστρον επαντρεύθηκε, σαν αρμηνεύγει η Φύση,
το τέλος του έχει να γενεί, όπου ο Θεός ορίσει.
Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014
Τυπικά χαρακτηριστικά δημοτικού τραγουδιού
ΤΥΠΙΚΑ
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
(τα κυριότερα)
Λιτός και πυκνός
λόγος (
απουσία επιθέτων ,σύνθετα
ουσιαστικά και ρήματα )
(Π.χ . Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα
μαθητάδες
Γιοφύριν εθεμέλιωναν στης
Άρτας το ποτάμι )
Αρχή ισομετρίας : κάθε μετρική ενότητα έχει ολοκληρωμένο νόημα κι
αποκλείονται οι διασκελισμοί ( δε συναντάμε στίχους όπου το νόημα
να πηδάει στην επόμενη μετρική ενότητα )
Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος
Επαναλήψεις
Επανάληψη ή Ολοκλήρωση
νοήματος στο β΄ ημιστίχιο
(Π.χ Το Μάη επαντρέυτηκε
, το Μάη γυναίκα πήρε )
Θέμα αδυνάτου
( π.χ .Αν τρέμουν τ΄
άγρια βουνά να τρέμει το γιοφύρι )
Υπερβολές
(Πχ Σπίτι δεν τον
εσκέπαζε , σπήλιο δεν τον εχώρει
Τα όρη εδιασκέλιζε , βουνού κορφές επήδα )
Προσωποποιήσεις
Εξωλογικό
–υπερφυσικό στοιχείο , (
πχ πουλάκια με ανθρώπινη λαλιά )
Νόμος των τριών
( Πχ η μια έχτισε το
Δούναβη κι άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιο στερνότερη
της Άρτας το γιοφύρι )
Άσκοπα ερωτήματα
( π.χ Αχός βαρύς ακούγεται , πολλά ντουφέκια
πέφτουν
Μήνα σε γάμο ρίχνονται ,
μήνα σε χαροκόπι ;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται ,
ουδέ σε χαροκόπι )
«Μαγικοί» αριθμοί πχ 3 , 9 , 7
Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014
Τρία ποιήματα για το φθινόπωρο
Κική Δημουλά, «Αυτόγραφο»
«Ένα κίτρινο φύλλο σου
φθινόπωρο,
σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.
Το πήρα
και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ((ευχαριστώ))
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο…
Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντι μου.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)
-Κ. Π. Καβάφης. «Πλησίον Παραθύρου Ανοικτού»
«Εν φθινοπωρινής νυκτός ευδία,
πλησίον παραθύρου ανοικτού,
εφ’ ώρας ολοκλήρους, εν τελεία,
ηδονική κάθημαι ησυχία.
Των φύλλων πίπτ’ η ελαφρά βροχή.
εφ’ ώρας ολοκλήρους, εν τελεία,
ηδονική κάθημαι ησυχία.
Των φύλλων πίπτ’ η ελαφρά βροχή.
Ο στεναγμός του κόσμου του φθαρτού
εν τη φθαρτή μου φύσει αντηχεί,
αλλ’ είναι στεναγμός γλυκύς, υψούται ως ευχή.
Aνοίγει το παράθυρόν μου κόσμον
άγνωστον. Aναμνήσεων ευόσμων,
αρρήτων μοι προσφέρεται πηγή.
Επί του παραθύρου μου πτερά
κτυπώσι — φθινοπωρινά πνεύματα δροσερά
εισέρχονται και με περικυκλούσι
κ’ εν τη αγνή των γλώσση μοι λαλούσι.
εν τη φθαρτή μου φύσει αντηχεί,
αλλ’ είναι στεναγμός γλυκύς, υψούται ως ευχή.
Aνοίγει το παράθυρόν μου κόσμον
άγνωστον. Aναμνήσεων ευόσμων,
αρρήτων μοι προσφέρεται πηγή.
Επί του παραθύρου μου πτερά
κτυπώσι — φθινοπωρινά πνεύματα δροσερά
εισέρχονται και με περικυκλούσι
κ’ εν τη αγνή των γλώσση μοι λαλούσι.
Ελπίδας αορίστους και ευρείας
αισθάνομαι· κ’ εν τη σεπτή σιγή
της πλάσεως, τα ώτα μου ακούουν μελωδίας,
ακούουν κρυσταλλίνην, μυστικήν
εκ του χορού των άστρων μουσικήν.»
αισθάνομαι· κ’ εν τη σεπτή σιγή
της πλάσεως, τα ώτα μου ακούουν μελωδίας,
ακούουν κρυσταλλίνην, μυστικήν
εκ του χορού των άστρων μουσικήν.»
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)
Φθινόπωρο
Ας
εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο
πριν ο χειμώνας μας μπαζώσει
ας μπούμε με αγκωνιές στα κρόσσια του ήλιου
κι ας θαυμάσουμε τα πουλιά που μεταναστεύουν
πριν ο χειμώνας μας μπαζώσει
ας μπούμε με αγκωνιές στα κρόσσια του ήλιου
κι ας θαυμάσουμε τα πουλιά που μεταναστεύουν
Τώρα που
ζεσταίνει την καρδιά
αν και πότε πότε και λίγο λίγο
ας σκεφτούμε κι ας αισθανθούμε ακόμα
με την παλιά τρυφερότητα που μας μένει
αν και πότε πότε και λίγο λίγο
ας σκεφτούμε κι ας αισθανθούμε ακόμα
με την παλιά τρυφερότητα που μας μένει
Ας
εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο
πριν το μέλλον καταψυχθεί
και δεν υπάρχει χώρος για την ομορφιά
γιατί το μέλλον, μας επιστρέφεται παγωμένο
πριν το μέλλον καταψυχθεί
και δεν υπάρχει χώρος για την ομορφιά
γιατί το μέλλον, μας επιστρέφεται παγωμένο
(Mario
Benedetti, Μετ. Μαριάννα Τζανάκη)
Δευτέρα 7 Απριλίου 2014
Ματωμένα χώματα (απόσπασμα )
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου ''Ματωμένα χώματα ''
"Η καταστροφή της Σμύρνης"
- Φωτιά!
- Φωτιά!
- Βάλαν φωτιά στη Σμύρνη!
Πεταχτήκαμε ορθοί. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό χοροπηδηχτές.
- Είναι κατά την Αρμενογειτονιά.
- Πάλι οι Αρμεναίοι θα τα πλερώσουνε!
- Αποκλείεται να κάψουνε ολόκληρη τη Σμύρνη. Ποιο συμφέρον έχουνε; Αφού έγινε πια δική τους...
Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το να με τ’ άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τελός από φόβο αρχίνησε να τρέχει απ’ όλα τα στενοσόκακα και τους βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σα μαύρο ποτάμι.
- Σφαγή! Σφαγή!
- Παναγιά, βόηθα!
- Προφτάστε!
- Σώστε μας!
Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.
- Μας σφάζουνε!
- Έλεος!
Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σα να ναι μώλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά, ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χατζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων.
Το βράδι το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς τους τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Άγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε. Απ’ τον Άη Κωνσταντίνο και το Τάραγατς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει. Η φωτιά όλη τη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. ... Σπίτια, εργοστάσια, σχολειά, εκκλησίες, μουσεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, δημιουργίες αιώνων. Εξαφανίζουνται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.
Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλυτής άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο. Ο τρόμος έχει το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά ...
Τι κάνουν λοιπόν οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σειρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μη φτάνουν ίσαμε τ’ αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κ η εντολή δε δόθηκε. (Ματωμένα χώμτα, σσ. 288-9)
Αντάρτη του Κιορ Μεμέτ χαιρέτα μου τη γη όπου μας γέννησε, Σελάμ σοϊλέ... Ας μη μας κρατάει κάκια που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους! (σ. 313)
Κυριακή 30 Μαρτίου 2014
Στρατής Μυριβήλης
Βιογραφικό Σημείωμα
ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ (1890- 1969)
Ο Στρατής Μυριβήλης (πραγματικό όνομα Ευστράτιος Σταματόπουλος) γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου, πρωτότοκος γιος του Χαράλαμπου Σταματόπουλου και της Ασπασίας το γένος Γεωργιάδη. Φοίτησε στην Αστική Σχολή Συκαμιάς και στη συνέχεια στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης, από όπου αποφοίτησε το 1910. Το 1912 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, εργαζόμενος παράλληλα ως συντάκτης σε περιοδικά και εφημερίδες. Τις σπουδές του εγκατέλειψε σύντομα για λόγους βιοπορισμού. Κατατάχτηκε εθελοντικά το 1912 και πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους (όπου τραυματίστηκε στο πόδι), στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία (ως ανθυπολοχαγός). Μετά την καταστροφή της Σμύρνης έφυγε για τη Λέσβο, όπου έζησε ως το τέλος του 1932, οπότε εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου άρχισε να γράφει τη Ζωή εν τάφω και το 1920 παντρεύτηκε την Ελένη Δημητρίου, με την οποία απέκτησε δυο γιους και μια κόρη.
Ο Στρατής Μυριβήλης (πραγματικό όνομα Ευστράτιος Σταματόπουλος) γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου, πρωτότοκος γιος του Χαράλαμπου Σταματόπουλου και της Ασπασίας το γένος Γεωργιάδη. Φοίτησε στην Αστική Σχολή Συκαμιάς και στη συνέχεια στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης, από όπου αποφοίτησε το 1910. Το 1912 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, εργαζόμενος παράλληλα ως συντάκτης σε περιοδικά και εφημερίδες. Τις σπουδές του εγκατέλειψε σύντομα για λόγους βιοπορισμού. Κατατάχτηκε εθελοντικά το 1912 και πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους (όπου τραυματίστηκε στο πόδι), στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία (ως ανθυπολοχαγός). Μετά την καταστροφή της Σμύρνης έφυγε για τη Λέσβο, όπου έζησε ως το τέλος του 1932, οπότε εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου άρχισε να γράφει τη Ζωή εν τάφω και το 1920 παντρεύτηκε την Ελένη Δημητρίου, με την οποία απέκτησε δυο γιους και μια κόρη.
Από το 1925 ως το 1933 στήριξε το Εργατικό Κόμμα του Α.Παπαναστασίου, τόσο από τη Λέσβο, όσο και από την Αθήνα. Στη Λέσβο συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Σάλπιγξ, Ελεύθερος Λόγος, Καμπάνα, Ταχυδρόμος και άλλες, δημοσιεύοντας πεζογραφήματα, ποιήματα, άρθρα και χρονογραφήματα, έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Επιστράτων Αιγαίου και στρατεύτηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας, ενώ μετά την καταστροφή τάχθηκε υπέρ της Στρατιωτικής Επανάστασης. Στην Αθήνα συνεργάστηκε με εφημερίδες όπως η Καθημερινή, η Εθνική, η Ακρόπολις, η Πρωία, η Απογευματινή, η Ελευθερία και περιοδικά όπως ο Θεατής, η Νέα Εστία, η Ελληνική δημιουργία, ο Ακρίτας, τα Στρατιωτικά Νέα. Εργάστηκε επίσης στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων (από όπου απολύθηκε το 1955 με το βαθμό του Διευθυντή Α’ τάξεως, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας). Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου δήλωσε ανοιχτά την αντίθεσή του προς την κομμουνιστική ιδεολογία.
Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ακαδημίας Αθηνών (εκλέχτηκε το 1958 μετά από πέντε υποψηφιότητες που απορρίφθηκαν) και τιμητικό μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1940 για το Γαλάζιο βιβλίο) και το Σταυρό του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄ (1959). Πέθανε άρρωστος από βρογχοπνευμονία στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού στην Αθήνα.
Η πρώτη εμφάνιση του Στρατή Μυριβήλη στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1915 με τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες. Στα πρώτα του βήματα συνδέθηκε με τη λογοτεχνική γενιά του 1920, η οποία δέχτηκε έντονη την επίδραση του Κωστή Παλαμά των κοινωνικοπολιτικών γεγονότων των αρχών του αιώνα (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή). Σύντομα ωστόσο αποδεσμεύθηκε από την απαισιόδοξη κοσμοθεωρία των συγχρόνων του και αναδείχθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους αντιμιλιταριστές συγγραφείς της Ευρώπης και πρόδρομος της γενιάς του Τριάντα. Σταθμό στην πρώτη αυτή φάση της δημιουργίας του αποτέλεσε η Ζωή εν Τάφω, που εγκαινίασε τη σύγχρονη ελληνική αντιπολεμική λογοτεχνία. Το έργο Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1932) αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως μεταβατικό στάδιο προς τη δεύτερη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας (1933-1949), στην οποία κυριαρχεί η τάση προς άρνηση του παρόντος και στροφή προς την παιδική ηλικία, τάση που άσκησε επιρροή και στο γλωσσικό και υφολογικό πεδίο του έργου του. Από τη δεύτερη αυτή περίοδο αναφέρουμε το μυθιστόρημά του η Παναγιά η Γοργόνα. Τέλος στην τρίτη περίοδο του έργου του (1949-1969) ο Μυριβήλης στράφηκε προς μια ποικιλία θεμάτων, στόχων και εκφραστικών μέσων. Εδώ εντάσσονται οι συλλογές διηγημάτων του Το πράσινο βιβλίο , Το γαλάζιο βιβλίο, Το κόκκινο βιβλίο και Το βυσσινί βιβλίο.
πηγή : www.ekebi.gr
Στρατής Μυριβήλης Η μυστική παπαρούνα
Η
ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ του Στρατή Μυριβήλη τοποθετείται στη σειρά των αντιπολεμικών βιβλίων που πήγασαν από τις οδυνηρές εμπειρίες του Α' παγκοσμίου πολέμου (1914-1918), ενός πολέμου που όχι μονάχα στοίχισε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, αλλά πρόσθεσε και μια άλλη πικρή εμπειρία, που προερχόταν από τη μακροχρόνια παραμονή των στρατιωτών στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής. Ανάλογα βιβλία που βγήκαν από τον ίδιο πόλεμο είναι η Φωτιά του Γάλλου Ανρί Μπαρμπύς και το περισσότερο γνωστό Ουδέν νεότερον από το Δυτικό Μέτωπο του Γερμανού Έριχ Μαρία Ρεμάρκ.
Ο συγγραφέας έζησε τον πόλεμο των χαρακωμάτων στο Μακεδονικό Μέτωπο (στην περιοχή Μοναστηρίου της Σερβίας) ως εθελοντής. Το βιβλίο είναι γραμμένο με τη μορφή σειράς επιστολών που υποτίθεται ότι έγραψε ο λοχίας Αντώνης Κωστούλας, για να τις στείλει σε κάποια γυναίκα, χωρίς ποτέ να μπορέσει να τις ταχυδρομήσει. Τα χειρόγραφα, λέει ο συγγραφέας, τα περιμάζεψε, όταν σκοτώθηκε ο συμπολεμιστής του λοχίας, και τα εξέδωσε. Φυσικά πρόκειται για «πλαστοπροσωπία», δηλαδή για συγγραφικό τρόπο που χρησιμοποιεί ο Μυριβήλης, για να εκθέσει τις δικές του εμπειρίες.
Στο απόσπασμα ο αφηγητής υποφέρει από ένα παλιό τραύμα (από τους πολέμους 1912-13) που άνοιξε και τον αναγκάζει να μένει μέρα-νύχτα στο αμπρί* του. «Πιάνεται —γράφει— ώρες ώρες το πόδι ως απάνω στο μερί κι ένας σκληρός πόνος μού σουβλίζει το κόκαλο. Πάνουθέ μου ο βράχος ολοένα στάζει. Χτες ξεπατώσαμε τόνα σανίδι κι αδειάσαμε μ' ένα κουτί της κονσέρβας όλο το νερό που 'χε συναχτεί στάλα στάλα στη λακούβα του. Ήταν ένα νερό σάπιο, βρώμικο κι ολόμαυρο. Σαν τ' απονέρια που κατασταλάζουν το χειμώνα στα παλιά νεκροταφεία, σουρωμένα μέσα στα βουλιαγμένα μνημούρια. Μύριζε μούχλα, σβησμένη πίπα κι αποτσίγαρο...»
( Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας β λυκείου )
Η μυστική παπαρούνα
Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.
Μου 'ρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σαν μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγγαρόφωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει σε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτε. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.
Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ' αφήσαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.
Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ' ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Έτσι λένε κάτι σακιά μεγάλα με χώμα που μ' αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ' εδώ χρόνον-καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από τα νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα 'καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα-κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Άλλα πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρησμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ' άλλο.
Από δω το θέαμα θα 'ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.
Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.
Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.
Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.
Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:
— Καληνύχτα... καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη.
Γύρισα γρήγορα στ' αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία... Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ' αφουκράζουμαι. Είναι ένα παιδιάστικο τραγούδι:
Φεγγαράκι μου λαμπρό...
Στις πεδιάδες της Φλάνδρας
Το ποίημα In Flanders Fields γράφτηκε από τον Καναδό αντισυνταγματάρχη John McCrae και αποτελεί φόρο τιμής στους νεκρούς του Α παγκόσμιου πολέμου . Είναι εμπνευσμένο από το θάνατο ενός φίλου του στη δεύτερη μάχη της Φλάνδρας στο Ypres την άνοιξη του 1915 . Παπαρούνες άνθισαν στο πεδίο τις μάχης λίγες μέρες μετά την μεγάλη καταστροφή...
Σε ελεύθερη απόδοση :
Στις πεδιάδες της Φλάνδρας
Στις πεδιάδες της Φλάνδρας, παπαρούνες ανθίζουν
Ανάμεσα στους σταυρούς σειρά με σειρά,
Την δικιά μας θέση έτσι θυμίζουν.
Κορυδαλλοί θαρραλέα πετώντας,
αψηφούν των όπλων την κλαγγή
σπάνια κελαηδίσματα τραγουδώντας.
Είμαστε οι νεκροί. Πριν λίγες μέρες,
ζήσαμε, νιώσαμε την αυγή και είδαμε την ομορφιά της δύσης.
Αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε, και τώρα κειτόμαστε
στις πεδιάδες τις Φλάνδρας.
Κράτα αυτό που έμεινε από την μάχη μας με τον εχθρό.
Σε σένα τ' αδύναμά μας χέρια παραδίδουν τον πυρσό.
Κάνε τον δικό σου, κράτα τον ψηλά.
Και αν η πίστη σου καμφθεί για μας που 'χουμε πεθάνει
δεν θα κοιμηθούμε ποτέ, όσο φυτρώνουν παπαρούνες
στις πεδιάδες της Φλάνδρας.
Σε ελεύθερη απόδοση :
Στις πεδιάδες της Φλάνδρας
Στις πεδιάδες της Φλάνδρας, παπαρούνες ανθίζουν
Ανάμεσα στους σταυρούς σειρά με σειρά,
Την δικιά μας θέση έτσι θυμίζουν.
Κορυδαλλοί θαρραλέα πετώντας,
αψηφούν των όπλων την κλαγγή
σπάνια κελαηδίσματα τραγουδώντας.
Είμαστε οι νεκροί. Πριν λίγες μέρες,
ζήσαμε, νιώσαμε την αυγή και είδαμε την ομορφιά της δύσης.
Αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε, και τώρα κειτόμαστε
στις πεδιάδες τις Φλάνδρας.
Κράτα αυτό που έμεινε από την μάχη μας με τον εχθρό.
Σε σένα τ' αδύναμά μας χέρια παραδίδουν τον πυρσό.
Κάνε τον δικό σου, κράτα τον ψηλά.
Και αν η πίστη σου καμφθεί για μας που 'χουμε πεθάνει
δεν θα κοιμηθούμε ποτέ, όσο φυτρώνουν παπαρούνες
στις πεδιάδες της Φλάνδρας.
- In Flanders Fields
- In Flanders fields the poppies blow
- Between the crosses, row on row,
- That mark our place; and in the sky
- The larks, still bravely singing, fly
- Scarce heard amid the guns below.
- We are the dead. Short days ago
- We lived, felt dawn, saw sunset glow,
- Loved, and were loved, and now we lie
- In Flanders fields.
- Take up our quarrel with the foe:
- To you from failing hands we throw
- The torch; be yours to hold it high.
- If ye break faith with us who die
- We shall not sleep, though poppies grow
- In Flanders fields
Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014
Αντώνης Σαμαράκης Το ποτάμι
Αντώνης Σαμαράκης
Το ποτάμι
(διήγημα)
Απο τη Συλλογη διηγημάτων Ζητείται ελπίς (1954).
Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
— Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (...)
Ξύπνησε βαλαντωμένος· δεν είχε ακόμα φέξει...
Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.
Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014
Ζ Ολυμπιόνικος Πινδάρου
Ο έβδομος Ολυμπιόνικος του Πινδάρου είναι ύμνος αφιερωμένος στο
σπουδαίο Ρόδιο πυγμάχο Διαγόρα για τη νίκη του
στον ιερό χώρο της Ολυμπίας το
464 π.Χ. Ταυτόχρονα αποτελεί
έπαινο στον πατέρα του Δαμάγητο και σε
όλο το γένος των προγόνων του που μετατρέπεται σε ύμνο για ολόκληρο το νησί ,
καθώς στο κύριο μέρος της ωδής
παρατίθενται οι γοητευτικοί μύθοι της δημιουργίας της Ρόδου
και του οικισμού της .
Στο προοίμιο ο ύμνος παρομοιάζεται με τη χρυσή κούπα που
χαρίζει ο πεθερός στο νεαρό γαμπρό του .
Στη συνέχεια μέσα από την ιστορία του
Τληπόλεμου ,του πρώτου σύμφωνα με την
παράδοση οικιστή του νησιού γίνεται
έμμεση αναφορά στο δωρικό αποικισμό της Ρόδου .Ακολουθούν δύο παλαιότεροι μύθοι
για το νησί :Ο Ρόδιοι καθιέρωσαν άπυρα
ιερά προς τιμή της Αθηνάς και δέχτηκαν από τη θεά το χάρισμα να είναι άριστοι τεχνίτες και από το Δία έλαβαν χρυσή βροχή. Ο δεύτερος
μύθος λέει ότι η Ρόδος δόθηκε ως κλήρος
στο θεό Ήλιος ο οποίος
έσμιξε ερωτικά μαζί της και
απέκτησαν τέκνα από τα οποία κατάγεται το γένος των Ροδίων .Κατόπιν
παρουσιάζονται οι πολλές και ένδοξες νίκες του Διαγόρα και ο ολυμπιόνικος
κλείνει με ευχές για τη γενιά του
σπουδαίου αυτού αθλητή . Σύμφωνα με
μαρτυρία αρχαίων σχολίων ο ύμνος
αυτός είχε χαραχθεί με χρυσά γράμματα
στο ναό της Λινδίας Αθηνάς στη Ρόδο .
ΠΙΝΔΑΡΟΥ
7ος ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ
«ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΙΑΓΟΡΑ ΤΟΝ ΠΥΚΤΗ»
Σάν
κι αὐτόν πού δωρίζει
-μ’
ἀρχοντιά τό ποτήρι ὑψώνοντας-
στόν νεαρό τόν γαμπρό
του τ’ ὁλόχρυσο κύπελο
ὡς ἐπάνω γεμᾶτο δροσιά τῆς ἀμπέλου
καί προσφέρει -στήν ὑγειά
του προπίνοντας-
τ’ ἀνεκτίμητο δῶρο σάν δέσιμο
τοῦ παλιοῦ σπιτικοῦ μέ τό νέο
καί τιμᾶ τό γαμήλιο
συμπόσιο, ἀλλά
καί
τόν νέο ἐξυψώνει στούς φίλους ἀνάμεσα
γιά
τοῦ γάμου τό ἐπίζηλο ταίριασμα.
Ὅμοια τώρα κι ἐγώ
τόν γλυκό τόν καρπό τῆς ψυχῆς μου,
πού
‘ναι νέκταρ ἁγνό κι εἶναι δῶρο Μουσῶν,
σ’ ἀθλοφόρους
χαρίζοντας ἄντρες
τήν καρδιά ἱλαρώνω αὐτῶν
πού στά Ὀλύμπια καί Πύθια νικοῦνε.
Κι εἶν‘ ἀλήθεια
μακάριος αὐτός
πού ἡ φήμη ἡ ἀγαθή τόν τυλίγει.
Μά ἡ ζείδωρος Χάρη
ἄλλον κάθε φορά
συνοδεύει
μέ γλυκόηχη λύρα καί
μ’αὐλούς πολυφώνους.
Μέ τά ὄργανα αὐτά συνοδεία,
ἐδῶ
ἔχω ἔρθει κι ἐγώ μαζί
μέ τόν Διαγόρα
τή θαλάσσια ὑμνώντας
κόρη
τῆς Ἀφροδίτης
τοῦ
Ἡλίου τή νύφη, τήν Ρόδο
γιά νά εἶναι ὁ ὕμνος
μου ἔπαινος
στόν πελώριο ἀγέρωχο ἄντρα,
στόν πυγμάχο πού κέρδισε
στέφανο νίκης
πλάι
στήν ὄχθη τ’ Ἀλφειοῦ ποταμοῦ
καί
πλάι στήν Κασταλία
ἀλλά καί στόν πατέρα ἐκείνου,
Δαμάγητο,
πού
τῆς Δίκης τό καύχημα εἶναι∙
καί οἱ δυό, μέ γενναίους Ἀργίτες μαζί, κατοικοῦνε
στήν
τρίπολι νῆσο,
ἀντικρύ στῆς μεγάλης Ἀσίας
τή σφήνα.
Πρῶτα
θέλω γι’ αὐτούς μέ σειρά
–ξεκινώντας ἀπό τόν Τληπόλεμο-
ἐξ ἀρχῆς νά ἱστορήσω
τήν κοινή τῆς γενιᾶς τους παράδοση
πού κρατᾶ ἀπ’ τό γένος
τό τρανό τοῦ Ἡρακλέους∙
γιατί λένε πώς ἀπ’ τόν
πατέρα,
τοῦ Δία εἶν’ ἀπόγονοι
κι ἀπ’ τή μάνα, Ἀστυδάμεια,
Ἀμυντορίδες καυχιοῦνται
πώς εἶναι.
Ὅμως πλάνες ἀμέτρητες κρέμονται
στῶν ἀνθρώπων τή σκέψη
τριγύρω.
Καί κανείς δέν γνωρίζει
ποιό θά εἶναι γι’αὐτόν τό καλύτερο σήμερα
κι ἄν θά εἶναι τό ἴδιο στῆς ζωῆς του τό
τέλος.
Γιατί τῆς Ἀλκμήνης τόν νόθο ἀδελφό, τόν Λικύμνιο,
-πού ἀπό τῆς Μιδέας εἶχε
‘ρθεῖ τό παλάτι στήν Τίρυνθα-
στόν θυμό του ἐπάνω, τῆς χώρας αὐτῆς ὁ οἰκιστής
τόν σκοτώνει.
Τοῦ μυαλοῦ ἡ παραζάλη καί σοφό νά τυφλώσει
μπορεῖ.
Στούς Δελφούς πῆγε τότε [ὁ Τληπόλεμος]
κι ὁ θεός,
ὁ χρυσόμαλλος,
ἀπ’ τό εὐῶδες του ἄντρο,
τόν πρόσταξε εὐθύς νά
κινήσει μέ πλοῖα
κι ἀπ’ τῆς Λέρνης τή χώρα νά πλεύσει
στ’ ἀμφιθάλασσο μέρος,
στό
νησί, πού τήν πόλη του κάποτε ὁ μέγας
τῶν θεῶν βασιλιάς μέ νιφάδες χρυσές εἶχε
βρέξει.
Ἦταν τότε πού τοῦ Ἥφαιστου ὁ χάλκινος
πέλεκυς
τό κεφάλι τοῦ Δία
μ’ ἕνα χτύπημα σχίζει∙
κι ἀπό μέσα ξεχύνεται
φοβερά ἡ Ἀθηνᾶ ἀλαλάζοντας
μέ βοή ὑπερμήκη.
Καί στόν ἦχό της ἔφριξαν ὁ Οὐρανός καί ἡ
μάνα μας γῆ.
Κι ὁ θεός, πού χαρίζει τό φῶς στούς ἀνθρώπους,
ὁ γιός τοῦ Ὑπερίονος,
στ’ ἀκριβά του παιδιά, τούς Ροδίους,
παράγγελνε
τά μελλούμενα νά ‘χουν στόν νοῦ τους
καί νά χτίσουνε πρῶτοι βωμό στή θεά, ὅλο
λάμπος
καί σεμνή νά προσφέρουν ἀμέσως θυσία
τήν ψυχή τοῦ πατέρα καί τῆς πολεμόχαρης
κόρης γλυκαίνοντας.
Προκοπή καί χαρά στούς ἀνθρώπους ἡ πρόνοια
χαρίζει.
Μά συμβαίνει, ἀναπάντεχα κάποτε,
νά κατέβει τῆς λήθης τό
σύννεφο
καί νά βγάλει ἀπ’ τόν ἴσιο τόν δρόμο τή
σκέψη.
Κι ἀνεβῆκαν αὐτοί στήν Ἀκρόπολη
μά ξεχάσαν νά πάρουν μαζί τους τῆς φλόγας τό
σπέρμα
κι ἔτσι ἱδρῦσαν ἐκεῖ ἱερό γιά θυσίες μέ
δίχως πυρά. Τότε ὁ Δίας
τίς ξανθές
τίς νεφέλες συνάζει
καί στήν πόλη, χρυσή γιά χατήρι τους στέλνει
βροχή.
Μά κι ἡ ἴδια ἡ θεά, ἡ Γλαυκῶπις,
τούς ὁρίζει νά εἶναι οἱ πρῶτοι σέ ὅλες τίς
τέχνες
καί κανείς νά μή φτάνει
τῶν χεριῶν τους τήν ἄπιαστη
χάρη.
Κι ἔτσι οἱ δρόμοι γεμίσαν παντοῦ
ἀπό ἔργα δικά τους, πού
μοιάζαν
σάν νά εἶχαν ζωή καί
σάν
νά σαλεῦαν.
Καί μεγάλη ἁπλώθηκε ἡ δόξα τους.
Γιατί ἡ γνώση τήν ἔμφυτη αὐξάνει σοφία.
Ἱστοροῦν οἱ παλιοί τῶν ανθρώπων οἱ μῦθοι,
πώς τή γῆ σάν μοιράζαν
οἱ θεοί μεταξύ τους
τό νησί δέν φαινόταν ἀκόμα στοῦ πελάγους τά
μάκρη
μά σέ βάθη ὅλο ἁλμύρα κρυβόταν ἡ Ρόδος.
Καί καθώς λησμονῆσαν νά βάλουνε κλῆρο
γιά τόν Ἥλιο πού τύχαινε τότε νά λείπει
τόν θεό, παραλίγο, τόν ἄμωμο,
θ’ ἄφιναν δίχως μερίδιο∙
τούς τό θύμισε ὅμως ἐκεῖνος∙
καί θά ὅριζε ὁ Δίας καινούργια ἀπ’ ἀρχῆς
μοιρασιά,
μά ὁ Ἥλιος ἀρνήθηκε∙
γιατί εἶπε πώς βλέπει ἀπ’ τά βάθη τῆς
θάλασσας
στόν ὁλόλευκο ἀφρό ν’ ἀνεβαίνει ὁλοένα μιά
χώρα
πού ὁ πλοῦτος της μέλλει κοπάδια κι ἀνθρώπους
νά θρέψει.
Κι ἀπ’ τή μοίρα τή Λάχεση, μέ τ’ ὁλόχρυσο
χτένι,
νά σηκώσει τά χέρια ζητᾶ καί τόν ὅρκο
τῶν θεῶν νά σφραγίσει
συμφωνώντας μαζί μέ τοῦ
Κρόνου τόν γιό,
πώς ἡ νῆσος αὐτή στό αἰθέριο τό φῶς σάν
βρεθεῖ,
τό δικό του νά εἶναι μερίδιο γιά πάντα.
Καί
τά λόγια αὐτά πληρωθῆκαν καί ἀλήθεψαν ὅλα.
τό νησί ἀπ’ τήν ἄρμη τῆς θάλασσας βλάστησε
κι ἀπό τότε δικό του τό ἔχει ὁ πατέρας,
τῶν ὀξειῶν ἡλιαχτίδων ὁ
ἄρχοντας
τῶν πυρίπνοων ἵππων ὁ ἀφέντης.
Μέ τή Ρόδο ἑνώθηκε ἐδῶ καί παιδιά γεννηθῆκαν
ἑφτά
προικισμένα μέ ὅλη τήν πρότερη γνώση.
Καί ὁ ἕνας ἀπό τούς ἑφτά, τόν πρεσβύτερο γέννησε
Κάμιρο,
τόν Ἰάλυσο ἔπειτα, τρίτο
τόν Λίνδο∙
Καί στά τρία μοιράσαν αὐτοί τήν πατρώα τους
γῆ,
χωριστά ὁ καθένας τους νά ‘χει μιά πόλη
δικιά του
καί σ’ αὐτήν τ’ ὄνομά
του νά δώσει.
Ἐδῶ λύτρωση βρῆκε
γλυκειά
στήν πικρή συμφορά του ὁ
Τληπόλεμος,
τῶν Τιρύνθιων ὀ ἄρχοντας,
καί σά νά ‘ναι θεός τόν τιμοῦνε
μέ πομπές καί μέ κνίσες θυσιῶν καί μ’ ἀγῶνες
ἐπάθλων.
Κι ὀ Διαγόρας μέ τ’ ἄνθη αὐτῶν τῶν ἀγώνων
δυό φορές στεφανώθηκε∙ τέσσερις
πάλι
στοῦ ἐνδόξου Ἰσθμοῦ τ’ ἀγωνίσματα πρώτευσε
στή Νεμέα ξανά καί ξανά καί ἀκόμα
στῆς Ἀθήνας τή γῆ τή βραχώδη.
Ὁ χαλκός τόν γνωρίζει τοῦ Ἄργους,
τῶν Θηβῶν καί Ἀρκάδων τά ἔπαθλα,
τῶν Βοιωτῶν οἱ ἀγῶνες οἱ εὔτακτοι∙
τόν γνωρίζει ἀκόμα ἡ Πελλήνη∙
καί ἡ
Αἴγινα ἕξι φορές νικητή τόν ἐτίμησε
καί τά ἴδια γι’ αὐτόν ἱστορεῖ τῶν Μεγάρων ἡ
λίθινη στήλη.
Ἀλλά, Δία πατέρα, ἐσύ,
πού τόν θρόνο σου ἔχεις ἐπάνω
στήν κορφή τοῦ Ἀταβύρου,
τώρα ἐτοῦτο τόν ὕμνο μου, τόν ὀλυμπιόνικο
δέξου
καί τίμα τόν ἄντρα πού
μέ τήν πυγμή του
τή δόξα τῆς νίκης
κερδίζει∙ καί κάνε
σεβαστός νά τιμᾶται ἀπό ὅλους-πολίτες καί
ξένους∙
γιατί ἐκεῖνος στόν ἴσιο τόν δρόμο,
πού ἡ
ὕβρις ἐχθρεύεται, πάντα βαδίζει∙
ἀφοῦ ξέρει καλά στήν ψυχή του νά κλείνει
διδαχές, πού τοῦ ἔμαθε ἡ φρόνηση
τῶν ἐνδόξων προγόνων.
Στήν ἀφάνεια ποτέ μήν ἀφίσεις
τό τρανό τῆς γενιᾶς τοῦ Καλλιάνακτα σπέρμα.
Μέ τῶν Ἐρατιδῶν τίς χαρές ξεφαντώνει κι ἡ
πόλη
ὁλάκερη τώρα.
Μά ἀρκεῖ μιά τοῦ χρόνου μονάχα στιγμή
καί γι’ ἀλλοῦ νά φυσήξουν μπορεῖ
οἱ πνοές τῶν ἀνέμων.
μετάφραση : Τασούλα Καραγεωργίου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


